|
Παράγοντες αύξησης εμφιαλωμένου Νερού
Η αύξηση των πωλήσεων εμφιαλωμένου νερού οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην ευαισθητοποίηση των καταναλωτών σε θέματα υγιεινής διατροφής. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ωστόσο ότι ο καταναλωτής δεν έχει πλήρη συνείδηση σχετικά, συνεπεία της χαμηλής εκπαίδευσής του. Στην κατηγορία του εμφιαλωμένου νερού αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι εξακολουθεί να υφίσταται η σύγχυση μεταξύ του φυσικού μεταλλικού νερού –που προσφέρει ουσιαστικά διατροφικά πλεονεκτήματα– και των υπόλοιπων υποκατηγοριών του προϊόντος (π.χ. του επιτραπέζιου).
Στη χώρα μας οι κύριοι ανταγωνιστές του εμφιαλωμένου νερού είναι αφενός το νερό του δικτύου –με κατά κανόνα υψηλή ή έστω αποδεκτή ποιότητα– και αφετέρου τα φίλτρα καθαρισμού του νερού, που πολλοί καταναλωτές τοποθετούν στα σπίτια τους. Το εμφιαλωμένο νερό προτιμάται κυρίως στις γεωγραφικές περιοχές όπου το νερό της βρύσης παρουσιάζει ποιοτικά προβλήματα. Με δεδομένη μάλιστα τη χαμηλή καταναλωτική δύναμη του μέσου Έλληνα, το εμφιαλωμένο νερό αντιμετωπίζεται ως είδος πολυτελείας, παρά το γεγονός ότι η τιμή του είναι στα ίδια επίπεδα με την υπόλοιπη Ευρώπη (αναλογικά με το μέσο εισόδημα στη χώρα μας και όχι σε απόλυτους αριθμούς).
Οι πωλήσεις του προϊόντος παρουσιάζουν έντονη εποχικότητα και πραγματοποιούνται κυρίως από τα τέλη Απριλίου έως τις αρχές Οκτωβρίου. Οι καιρικές συνθήκες επηρεάζουν τις πωλήσεις της κατηγορίας ιδιαίτερα στα σημεία της «κρύας» αγοράς: για παράδειγμα το καλοκαίρι του 2002, με τις συχνές βροχοπτώσεις και τις όχι ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες, οι πωλήσεις εμφιαλωμένου νερού στα μικρά σημεία πώλησης (περίπτερα κτλ.) παρουσίασαν πτώση. Αντίθετα, θετικά συμβάλλει στις πωλήσεις η τουριστική κίνηση προς τη χώρα μας τους καλοκαιρινούς μήνες.
Κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού Ελλάδα - Ευρωπαϊκές Χώρες
Χαμηλή παραμένει η κατά κεφαλήν κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με πρόσφατα αποτελέσματα έρευνας, η κατά κεφαλήν κατανάλωση στη χώρα μας ανέρχεται σε 52 λίτρα ετησίως έναντι 91,2 λίτρων του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Κατά συνέπεια η κατηγορία έχει μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης, αν και οι πωλήσεις της αυξάνονται με πολύ αργούς ρυθμούς – κατά 7 %, όπως εκτιμάται, την τελευταία τριετία.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι πωλήσεις εμφιαλωμένου νερού ανήλθαν το 2002 σε 564 εκατ. λίτρα: ποσοστό περίπου 55% πραγματοποιήθηκε από την «κρύα» αγορά (περίπτερα, μπαρ, εστιατόρια, ξενοδοχεία κτλ) και το υπόλοιπο από τη «ζεστή» (σούπερ μάρκετ και μικρά σημεία πώλησης).
Επίσημα στοιχεία για την «κρύα» αγορά δεν υπάρχουν, αλλά όπως εκτιμάται τη χρονιά 2000-2001 παρουσίασε αύξηση πωλήσεων περίπου κατά 5%. Η συγκεκριμένη αγορά είναι αυθόρμητη (περίπτερα) ή επιβεβλημένη (εστιατόρια).
Αξιοσημείωτη αύξηση παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια οι πωλήσεις των μεγάλων συσκευασιών νερού (18-20 lt), οι λεγόμενες Home and Office, οι οποίες χρησιμοποιούνται κυρίως σε εργασιακούς χώρους κ.α. Στο πλαίσιο αυτό όλο και περισσότερες εταιρείες του κλάδου εισέρχονται σε αυτήν την υποκατηγορία.
Σημαντικό μερίδιο στις συνολικές πωλήσεις της κατηγορίας κατέχουν οι τοπικοί εμφιαλωτές: το μερίδιό τους στις συνολικές πωλήσεις εμφιαλωμένου νερού το 2002 εκτιμάται ότι ξεπέρασε το 40%. Τα μερίδια των τοπικών εμφιαλωτών είναι μεγαλύτερα στις υποκατηγορίες του επιτραπέζιου και του φυσικού μεταλλικού νερού, ενώ αντίθετα είναι μικρότερα στο ανθρακούχο νερό –στην υποκατηγορία αυτή το μερίδιό τους ήταν περίπου 16% το 2002.
Οι πωλήσεις του ανθρακούχου εμφιαλωμένου νερού καταλαμβάνουν μερίδιο ύψους μόλις 5% επί των συνολικών πωλήσεων, έναντι των υψηλότατων μεριδίων που κατέχει η συγκεκριμένη υποκατηγορία στο εξωτερικό (περίπου 80%).
|