Home : Βιβλιοθήκη : Η Ελλάδα Κατέχει τη Δεύτερη Θέση μετά τις Η.Π.Α, σε Σπατάλη Νερού
Δεύτεροι μετά τις ΗΠΑ σε σπατάλη νερού
Εχουμε διπλάσια πραγματική κατανάλωση νερού από τον παγκόσμιο μέσο όρο, σύμφωνα με έρευνα ολλανδικού πανεπιστημίου.
Την ίδια ώρα που πολλοί στον πλανήτη προβλέπουν (και φοβούνται) ότι τις προσεχείς δεκαετίες θα γίνονται πόλεμοι για το νερό και για την κυριαρχία στα υδάτινα αποθέματα, την ίδια ώρα εξαντλούμε τους υδάτινους πόρους της γης με το γιγάντιο «καλαμάκι» της υπερκατανάλωσης.
Μάλιστα, η κατά κεφαλήν κατανάλωση νερού στην Ελλάδα είναι από τις μεγαλύτερες στον κόσμο (λίγο πίσω από την υπερδύναμη της κατανάλωσης, τις ΗΠΑ!) και είναι σχεδόν διπλάσια από το μέσο όρο σε παγκόσμιο επίπεδο. Σχεδόν 2.400 κυβικά μέτρα νερό το χρόνο αναλογούν σε κάθε κάτοικο της Ελλάδας (σ.σ.: προσοχή, σε αυτόν τον αριθμό συνυπολογίζεται η κατανάλωση από κάθε δυνατή χρήση και σπατάλη νερού), όταν ο παγκόσμιος μέσος όρος είναι 1.240 κ.μ. ετησίως.
Αυτό προκύπτει από μια πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα που πραγματοποίησε το Πανεπιστήμιο του Τβέντε στην Ολλανδία, σε συνεργασία με υπηρεσίες του ΟΗΕ. Στη μελέτη υπολογίζεται και συγκρίνεται το λεγόμενο «αποτύπωμα νερού» (water footprint) κάθε κράτους.
Τι είναι το αποτύπωμα του νερού
Αλλά, τι είναι αυτό το... αποτύπωμα; Εως πριν από μερικά χρόνια γνωρίζαμε ότι κάθε άνθρωπος αφήνει τα δακτυλικά του αποτυπώματα στα αντικείμενα που αγγίζει. Αργότερα, αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα αφήνει το αποτύπωμά της -μερικές φορές ανεξίτηλο- πάνω στον πλανήτη. Ετσι, στις αρχές της δεκαετίας του '90 εισήχθη ο όρος του «οικολογικού αποτυπώματος», το οποίο εκφράζει την έκταση γης που χρειάζεται μια δραστηριότητα όσον αφορά τη χρήση (και ενίοτε τη σπατάλη) πρώτων υλών, ενέργειας κ.λπ.
Καθώς η αχαλίνωτη οικονομική μεγέθυνση όξυνε τα περιβαλλοντικά προβλήματα, το οικολογικό αποτύπωμα έγινε ένα μέτρο της αναγκαίας οικονομίας στην κατανάλωση ενέργειας, στη μείωση των εκπομπών ρύπων και αερίων του θερμοκηπίου και στη στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές και πρακτικές.
Σήμερα, σε μια περίοδο που η ανησυχία για την επάρκεια νερού μεγαλώνει (ειδικά καθώς φαίνεται ότι οι κλιματικές αλλαγές διαταράσσουν τον υδρολογικό κύκλο και την ευεργετική επίδραση της βροχής) έρχεται στο προσκήνιο το «αποτύπωμα νερού», το οποίο εκφράζει το «πραγματικό νερό» που χρησιμοποιείται, όχι μόνο άμεσα (πόση, καθαριότητα κ.λπ.), αλλά και έμμεσα μέσω όλων των προϊόντων που καταναλώνονται.
Το «αποτύπωμα νερού», το οποίο άρχισε να χρησιμοποιείται ως όρος από το 2002, μπορεί να εκφραστεί σε επίπεδο ατομικής κατανάλωσης, σε επίπεδο ενός προϊόντος, ακόμα και ενός κράτους.
Εισαγωγές και εξαγωγές
Ηδη το Πανεπιστήμιο του Τβέντε έχει μελετήσει το «αποτύπωμα νερού» διαφόρων προϊόντων, παραγωγικών κύκλων και ολόκληρων κρατών, με βάση τα στατιστικά δεδομένα από τις οικονομικές τους δραστηριότητες. Το καινοτόμο στοιχείο αυτών των μελετών είναι ότι δεν υπολογίζει μόνο τη χρήση των υδάτων της συγκεκριμένης χώρας, αλλά και τις πραγματικές ποσότητες νερού που καταναλώνει η συγκεκριμένη χώρα, ακόμα και εκείνες που ξοδεύτηκαν στο εξωτερικό για να δημιουργηθούν τα εμπορεύματα που εισάγονται και καταναλώνονται.
Δηλαδή, η ποσότητα νερού που χρειάστηκε για την παραγωγή στην Αργεντινή ενός φορτίου βοδινού κρέατος, το οποίο εξήχθη και καταναλώθηκε στις ΗΠΑ υπολογίζεται στον «λογαριασμό» της Ουάσιγκτον. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες (όπως Ιταλία, Γερμανία, Βρετανία και Ολλανδία) το 50-80% του «αποτυπώματος νερού» οφείλεται στις εισαγωγές.
Εν ολίγοις, οι ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης «στεγνώνουν» τους υδατικούς πόρους του πλανήτη.
Γενικά, στον παγκόσμιο χάρτη του αποτυπώματος νερού παρατηρείται μια εικόνα παρόμοια με τον χάρτη για τις εκπομπές αερίου του θερμοκηπίου, που δείχνει ότι η υψηλή κατανάλωση νερού συμβαδίζει με τη ζήτηση ενέργειας, απότοκο ενός μοντέλου ενεργοβόρου και υδροβόρου.
Ετσι, οι ΗΠΑ, οι χώρες της Ευρώπης και η Ρωσία είναι στην πρώτη γραμμή της χρήσης νερού. Αυτό που διαφέρει -και προκαλεί εντύπωση- είναι η πολύ αυξημένη καταγραφή των μεσογειακών χωρών (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία), γεγονός που οφείλεται στον ιδιαίτερα υδροβόρο γεωργικό τομέα, τις κλιματικές συνθήκες και την υψηλή σχετικά κατανάλωση.